ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ GUE/NGL  /  25.02.2016

Συλλογικές Συμβάσεις, Ανακτώντας το χαμένο έδαφος

 

ΑΡΘΡΑ

Η Οδύσσεια του Ασφαλιστικού

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2016

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΑΒΒΑ ΡΟΜΠΟΛΗ

 

«Οι πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης και οι συνέπειες στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας στην Ελλάδα»

1. ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 (κρίση του κεϋνσιανού προτύπου οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής) ιστορικά συντελείται στην αγορά εργασίας της Ευρώπης και της Ελλάδας η σταδιακή μετάβαση από το συμβασιακό συλλογικό στο συμβασιακό ατομικό, με κινητήρια δύναμη την νεοφιλελεύθερη αντίληψη ανατροπής της ρύθμισης και της συλλογικότητας, σε όφελος της εκτεταμένης απορρύθμισης και της ατομικότητας. Η θεώρηση αυτή διαμορφώνοντας το πρότυπο « των απελευθερωμένων αγορών και των αποκλεισμένων κοινωνιών» προσδοκά την αποδοτικότερη αξιοποίηση, μεταξύ των άλλων, των νέων τεχνολογιών και καινοτομιών (πληροφοριακά συστήματα παραγωγής, αυτοματισμός, ρομποτική, κλπ.) στην παραγωγική διαδικασία. Ουσιαστικά, το θεωρητικό και στρατηγικό αυτό πλαίσιο των ασκούμενων πολιτικών κατά τις τελευταίες τρείς δεκαετίες, ακολουθεί την νεοφιλελεύθερη αντίληψη μετατροπής της έννοιας της εργασίας από «δημιουργική δραστηριότητα του ανθρώπου» σε «ατομική επαγγελματική δραστηριότητα», με αποτέλεσμα οι ασκούμενες πολιτικές να χαρακτηρίζονται από την παθητική προσαρμογή της εργασίας και του κράτους- πρόνοιας στις νέες τεχνολογικές  και παραγωγικές εξελίξεις. Με άλλα λόγια, στο θεωρητικό αυτό πλαίσιο, το επιχείρημα είναι ότι η σταθεροποίηση και η ανάπτυξη της οικονομίας επιτυγχάνεται με την αποσταθεροποίηση, την ευελιξία και την εξατομίκευση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων εργασίας. Στην κατεύθυνση αυτή, οι έννοιες που αναδεικνύονται και εφαρμόζονται από τις ασκούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, με το επιχείρημα της καταπολέμησης της ανεργίας, παρά το αντίθετο αποτέλεσμα της σημαντικής αύξησης της, είναι οι έννοιες «της απελευθέρωσης και της ευελιξίας της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων», στο γενικότερο πλαίσιο της απελευθέρωσης της οικονομίας και των αγορών, αρχής γενομένης από: α) την ευελιξία στους μισθούς, προκειμένου να μειωθεί το κόστος εργασίας(13,6 ευρώ την ώρα-Ελλάδα- και στην Ευρωπαϊκή Ένωση 23,7 την ώρα, 2013), β) την ευελιξία στην ασφάλεια της απασχόλησης, προκειμένου οι τεχνολογικές ανακατατάξεις στις επιχειρήσεις να μη δυσχεραίνονται από περιορισμούς στις απολύσεις, και γ) την ευελιξία στα επιδόματα ανεργίας και τις άλλες κατηγορίες κοινωνικών παροχών, προκειμένου να μειωθεί το μη μισθολογικό τμήμα του εισοδήματος. Η στρατηγική αυτή εξέλιξη των τελευταίων δύο δεκαετιών του 20ου αιώνα, που συμπυκνώνεται στον άξονα  «σταθεροποίηση της οικονομίας με αποσταθεροποίηση της εργασίας», εκφράζει τον τίτλο του βιβλίου του Μ.Αlbert: Καπιταλισμός εναντίον Καπιταλισμού, και ταυτόχρονα αναδεικνύει την εμφάνιση νέων αντιλήψεων και προβληματισμών για την μετάβαση από τον δυτικο-ευρωπαϊκό τύπο (μοντέλο Ρηνανίας) στον αγγλοσαξωνικό τύπο καπιταλισμού ή και της σύνθεσης « των ελάχιστων προδιαγραφών» του 19ου αιώνα σε συνδυασμό με την ατομικότητα των αρχών του 21ου αιώνα.

 

2. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ  ΤΗΣ  ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ  ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ  ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΩΣ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ

ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Οι ασκούμενες πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα, τα τελευταία έξι χρόνια (2010-2015), οδήγησαν στον τομέα της εργασίας, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, στην μετάβαση, με σημαντική αύξηση της ανεργίας (9,5% το 2009, 25,5% το 2015) από ένα πλαίσιο σχετικής ασφάλειας της εργασίας, σε ένα νέο πλαίσιο ανασφάλειας και πλήρους απορρύθμισης της εργασίας, της αγοράς εργασίας και των εργασιακών σχέσεων. Πιο συγκεκριμένα, η πορεία εφαρμογής του προγράμματος λιτότητας και εσωτερικής αποτίμησης στην Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια επέφερε, μεταξύ των άλλων, αποδυνάμωση του εργατικού δικαίου, εγκαθίδρυση της ατομικής σύμβασης εργασίας ως προτύπου εργασιακής σύμβασης, αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, συρρίκνωση του πεδίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των ευέλικτων μορφών απασχόλησης ως κυρίαρχων στην αγορά εργασίας, αύξηση σε 5% του ποσοστού των ομαδικών απολύσεων και πιέσεις για πλήρη απελευθέρωση των απολύσεων, για θέσπιση του lock-out και για αλλαγή του τρόπου κήρυξης των απεργιών, κλπ. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία επιλογή ριζικής και οριστικής ρήξης των δημοσίων πολιτικών με τη μισθωτή εργασία(Π.Λινάρδος-Ρυλμόν,2011). Ακριβώς, αυτή η επιλογή κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συρρίκνωσης της συλλογικότητας στις συμβάσεις εργασίας με την έξαρση της επέκτασης των ατομικών συμβάσεων, υπό την απειλή απολύσεων χωρίς την σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων, καθώς και των επιχειρησιακών συμβάσεων (ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις κάτω των 50 εργαζομένων με την αξιοποίηση του νέου μορφώματος των ενώσεων προσώπων) και των συμβάσεων ενοικίασης, διαμορφώνει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο πλήρους απαξίωσης της εργασίας, μετατοπίζει το κέντρο βάρους για τον προσδιορισμό του μισθού και διαφοροποιεί την εννοιολογική και συμβασιακή του θεώρηση από κόστος και εισόδημα, αποκλειστικά σε κόστος των επιχειρήσεων. Σε θεωρητικούς όρους, το κράτος αναδεικνύεται ως εγγυητής  αυτής της μετάβασης από το φορντικό στο νεοφιλελεύθερο πρότυπο, αποδιαρθρώνοντας το κράτος-πρόνοιας και συρρικνώνοντας τα δικαιώματα της εργασίας, προκειμένου να διασώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την κερδοφορία των επιχειρήσεων ( ο λόγος κερδών προς αμοιβές εργασίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο +24,6% το 2013 και στο +20,5% το 2014 σε σχέση με το 2010). Παράλληλα, το κράτος στον νέο του ρόλο επιδιώκει τον μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας σε πεδίο ολοκληρωτικής υποταγής της σκέψης και της πολιτικής στην επιχειρηματική ορθολογικότητα (Chr. Laval-P. Dardeau, 2009), με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για την λειτουργία της οικονομίας, της κοινωνίας, της εργασίας και την κοινωνική συνοχή. Στην κατεύθυνση αυτή, το κράτος σε όρους πολιτικής και διαμόρφωσης του νέου θεσμικού πλαισίου, ανατρέπει, μεταξύ των άλλων, την σχετική ισορροπία των παραγωγικών δυνάμεων στους χώρους εργασίας, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για το επίπεδο εισοδήματος των εργαζομένων, τα δικαιώματα και την ποιότητα της εργασίας και την ποιότητα της παραγωγικής διαδικασίας. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (12/2/2012) επιβλήθηκε  μείωση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα (-22% για εργαζόμενους άνω των 25 ετών-από 751 ευρώ ακαθάριστα μηνιαίως σε 586 ευρώ, όσο δηλ. ήταν το 2005,και -32% για εργαζόμενους κάτω των 25 ετών-από 751 ευρώ ακαθάριστα μηνιαίως σε 510,45 ευρώ). Με αυτή τη μισθολογική εξέλιξη το εισόδημα των μισθωτών μειώθηκε κατά τουλάχιστον τρείς μισθούς τον χρόνο και το εισόδημα των ανέργων μειώθηκε κατά τουλάχιστον 3,5 επιδόματα ανεργίας τον χρόνο (από 461 ευρώ σε 356 ευρώ τον μήνα). Έτσι, εάν συσχετισθεί το νέο επίπεδο του κατώτατου μισθού με τις ετήσιες ώρες εργασίας, τότε η αναλογία στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 0,27 ευρώ, ενώ στην Πορτογαλία είναι 0,28 ευρώ και την Ισπανία είναι 0,35 ευρώ. Παράλληλα, η ωριαία αμοιβή στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε 3,89 ευρώ από 4,91 ευρώ, ενώ στην Πορτογαλία είναι 3,96 ευρώ και στην Ισπανία 5,39 ευρώ. Το αποτέλεσμα αυτής της μισθολογικής κατάρρευσης, σε συνδυασμό με την σοβαρή κρίση απασχόλησης(3,5 εκατ. απασχολούμενοι, 5 εκατ. εργατικό δυναμικό,1 εκατ. χαμένες θέσεις εργασίας από τις οποίες το 68% στην μεταποίηση, το εμπόριο και τις κατασκευές) είναι τα ρεύματα μετανάστευσης, κυρίως, νέων υψηλής μόρφωσης, ικανοτήτων και δεξιοτήτων που για την Ελλάδα και τις άλλες Μεσογειακές χώρες αποτελούν την «χαμένη γενιά» των περιφερειακών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιβολή αυτής της μείωσης πραγματοποιήθηκε επειδή κατά την εκτίμηση των εκπροσώπων των δανειστών, το ύψος του κατώτατου μισθού τα τελευταία είκοσι χρόνια στην Ελλάδα συνέβαλε στην αύξηση της ανεργίας και στο χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Όμως, το επιχείρημα αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας, δεδομένου ότι μετά την εφαρμογή των πολιτικών της λιτότητας, της εσωτερικής υποτίμησης, της μείωσης των μισθών (-29,3% σε σχέση με το 2010 και -22,6% σε σχέση με 36 ανεπτυγμένες χώρες), της κατάργησης των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της απορρύθμισης των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κλπ. το επίπεδο της ανεργίας αυξήθηκε από 9,5% (450.000 άτομα, το 2009) σε 28,5% το 2013 και 25,5% (1.250.000 άτομα το 2015) από τα οποία 10% δικαιούνται μέχρι 12 μήνες επίδομα ανεργίας, 50% είναι νέοι(15-24 ετών), 20% είναι ηλικιωμένοι (45-64 ετών)  και 70% είναι μακροχρόνια άνεργοι (από τα 4.5 εκατομ. νέοι άνεργοι κάτω των 25 ετών στην Ε.Ε., τα 3,5 εκατομ-68%- ζουν στις χώρες της ζώνης του ευρώ), 500.000 άτομα εργάζονται με καθεστώς μερικής και εκ περιτροπής απασχόλησης, 500.000 εργαζόμενοι είναι αδήλωτοι και ανασφάλιστοι,1,5 εκατ. εργαζόμενοι αμείβονται με καθυστέρηση από 2-15 μήνες και σήμερα 44% του πληθυσμού (άνεργοι, συνταξιούχοι, παιδιά μέχρι 14 ετών) είναι εκτός αγοράς εργασίας. Με άλλα λόγια, το ποσοστό απασχόλησης από 60% το 2009 μειώθηκε στο 50% (2014), ενώ το στρατηγικό σχέδιο «Ευρώπη 2020» προέβλεπε ποσοστό απασχόλησης (20-64 ετών) 75%.Επιπλέον, όπως έχει αποδειχθεί από την σχετική έρευνα (Σ.Γαβρόγλου,2012, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ,2012-2015)τα προβλήματα παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, δεν οφείλονται στις αμοιβές, τις ώρες εργασίας, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αλλά οφείλονται, κυρίως, στην αδυναμία απορρόφησης τεχνολογικών, καινοτομικών, παραγωγικών και ποιοτικών παρεμβάσεων στην παραγωγική διαδικασία, προκειμένου να αντιμετωπίσουν στην εγχώρια και παγκόσμια αγορά τον διεθνή ανταγωνισμό. Πράγματι, σύμφωνα με σχετική έρευνα (2011) του ΟΟΣΑ, ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος απασχολείται 2.017 ώρες ετησίως ( περισσότερες από κάθε άλλο εργαζόμενο της ευρωζώνης). Ο Γερμανός εργαζόμενος απασχολείται 1.408 ώρες ετησίως και ο ολλανδός 1.337 ώρες ετησίως, κατέχοντας την τελευταία θέση σε ώρες εργασίας στην ευρωζώνη. Όμως, σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, η Ολλανδία (33,2 ευρώ ωριαίο κόστος εργασίας,2013) και η Γερμανία (31,3 ευρώ ωριαίο κόστος εργασίας,2013) είναι από τις πιο παραγωγικές και ανταγωνιστικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαφορά αυτή στο επίπεδο παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας οφείλεται στο έλλειμμα καινοτομικότητας, τεχνολογίας, έρευνας και μεθόδων παραγωγής των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και γενικότερα της ελληνικής οικονομίας. Η επιλογή, επομένως, για την Ευρώπη και ειδικότερα για την Ελλάδα, όπως και των άλλων κρατών-μελών, της κρίσης χρέους (129,7% του ΑΕΠ το 2009 και 180,2% ΤΟ 2015) δεν είναι η μείωση του ελλείμματος και του χρέους διαμέσου της ύφεσης και της λιτότητας. Ειδικότερα μάλιστα, σύμφωνα με πρόσφατη (2016) έρευνα του ΟΟΣΑ κατά την τελευταία 10ετία στις χώρες-μέλη του διεθνούς οργανισμού σημειώθηκε σημαντική επιδείνωση στην ποιότητα των θέσεων εργασίας και ιδιαίτερα στις χώρες κρίσης χρέους, όπως είναι η Ελλάδα. Πράγματι, η Ελλάδα εκτός από την σημαντική αύξηση της ανεργίας έχει υποστεί και σημαντική επιδείνωση στην ποιότητα των αποδοχών, την ασφάλεια στην αγορά εργασίας, την κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την συρρίκνωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, κλπ. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούνται επίσης σημαντικές διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων εργασιακών ομάδων. Για παράδειγμα, οι νέοι και ανειδίκευτοι δεν είναι μόνο κατά πλειοψηφία άνεργοι, αλλά έχουν επίσης χαμηλότερες αποδοχές και υψηλότερη ανασφάλεια στην αγορά εργασίας. Οι γυναίκες παράλληλα, έχουν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης από τους άνδρες και αντιμετωπίζουν μία σημαντική απόκλιση στις αποδοχές τους.

 

3. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Με αυτά τα δεδομένα των συνθηκών «οικονομικής δουλείας» και των συνεπειών των ασκούμενων πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης, μεταξύ των άλλων, στην κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας, στην μετάλλαξη του κράτους-πρόνοιας σε κράτος φιλανθρωπίας, στην διευρυμένη φτωχοποίηση του πληθυσμού, στις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στην ανεργία, στις εργασιακές σχέσεις, κλπ. η επιλογή, όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα, δεν είναι η λιτότητα και η θεραπεία σοκ στην Νότια Ευρώπη. Αυτή απέτυχε μακρο-οικονομικά, δημοσιονομικά, εργασιακά και κοινωνικά. Πιο συγκεκριμένα, η επιλογή αυτή, σε νεοφιλελεύθερους όρους, επιδίωξε ανεπιτυχώς να «διορθώσει» τις σοβαρές ανισορροπίες που προκάλεσε το ευρώ σε διαφορετικής διάρθρωσης παραγωγής και   επιπέδου παραγωγικότητας οικονομικούς σχηματισμούς. Έτσι, επιδίωξε, (σε όρους παραγωγικής αποδιάρθρωσης και κοινωνικής αποσύνθεσης καθώς και σε συνθήκες υπερτιμημένου ευρώ στις χώρες της Νότιας Ευρώπης- υποτιμημένου ευρώ στην Γερμανία), την ανάκτηση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας τους, διαμέσου των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης (μείωση μισθών, δημόσιων και κοινωνικών δαπανών, αύξηση της άμεσης και έμμεσης φορολογίας χωρίς την προβλεπόμενη αύξηση των εσόδων, πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού κράτους, κλπ.), οι οποίες παράγουν την ύφεση, αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και απομακρύνουν τις συγκεκριμένες χώρες από την ανάκαμψη των οικονομιών τους(Le Monde,14/2/2016). Επομένως, η επιλογή είναι ακριβώς η αντίθετη, δηλαδή είναι, η ανάπτυξη και η μείωση του ελλείμματος και του χρέους, διαμέσου της αναδιάρθρωσης του καθώς και της αύξησης των επενδύσεων, της αύξησης των δημοσίων δαπανών, της απασχόλησης, και της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας. Αυτή η αλλαγή περιεχομένου και προσανατολισμού από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας προς την ανάπτυξη, τις επενδύσεις, τις δαπάνες, την απασχόληση, την τεχνολογία-καινοτομία, το κράτος-πρόνοιας, την παραγωγικότητα και την συμβασιακή συλλογικότητα, συνιστά για τα κράτη-μέλη κρίσης χρέους αλλά και για την Ευρώπη συνολικότερα, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού συμφώνου ανασυγκρότησης, ισόρροπης ανάπτυξης και αλληλεγγύης, την πιο οικονομικά αποτελεσματική, κοινωνικά αναδιανεμητική και εργασιακά ρυθμισμένη επιλογή, για την αντιμετώπιση των χρεών, των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, των ελλειμμάτων τεχνολογίας-παραγωγικότητας καθώς και για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων (αύξηση της παγκόσμιας ανεργίας κατά 11 εκατομ. άτομα μέχρι το 2020 (ILO,2016) και απώλεια, σύμφωνα με ανακοίνωση (2016) στο Παγκόσμιο Οικονομικό Forum του Davos, μέχρι το 2020 5,1 εκατομ. θέσεων εργασίας).

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

Το όραμα των δανειστών για την Ελλάδα

Το ασφαλιστικό και η συμφωνία αξιολόγησης

Aνατροπές και μετασχηματισμοί στην Ευρώπη

Η στρατηγική της ευρωπαϊκής στασιμότητας

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics