Διαπραγμάτευση και συντάξεις

Στους τέσσερις μήνες των διαπραγματεύσεων της χώρας μας με τους δανειστές αποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το Ασφαλιστικό και η επίλυση των οικονομικών, λειτουργικών προβλημάτων κ.λπ. κατέχουν δεσπόζουσα θέση τόσο μεταξύ

των συζητήσεων στα τεχνικά κλιμάκια όσο και μεταξύ των συζητήσεων στα πολιτικά κλιμάκια.

Οι δανειστές από το 2010 συνέδεσαν τη διαχείριση της κρίσης χρέους (δημοσιονομική πειθαρχία) με τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του κοινωνικού ασφαλιστικού συστήματος

και ιδιαίτερα με τη μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών (12 δισ. ευρώ 2010-2014) και

των συντάξεων κατά 40%, καθώς και με τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης

από 18,9 δισ. ευρώ (2010) σε 10,8 δισ. ευρώ (2015).

 

Ταυτόχρονα, με τη θέσπιση της ρήτρας του μηδενικού ελλείμματος δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις πλήρους απόσυρσης του κράτους από την επικουρική σύνταξη και σταδιακής σημαντικής μείωσής της μέχρι το 2060.

 

Με άλλα λόγια, με την κοινωνικο-ασφαλιστική νομοθεσία των μνημονίων (Ν. 3845/2010, Ν. 3863/2010, Ν. 4046/2012, Ν. 4093/2012) και σύμφωνα με την αναλογιστική τους μελέτη, οι δανειστές απαιτούν στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις από την ελληνική κυβέρνηση την περαιτέρω μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 0,5% του ΑΕΠ το 2015 (900 εκατ. ευρώ, δηλαδή νέα μείωση των κύριων συντάξεων κατά 4,1% ή νέα μείωση των επικουρικών συντάξεων κατά 23,8%) και 1% του ΑΕΠ το 2016 (1,85 δισ. ευρώ, δηλαδή περαιτέρω μείωση των κύριων συντάξεων κατά 8% ή περαιτέρω μείωση των επικουρικών συντάξεων κατά περίπου 50%), προκειμένου το ποσοστό αναπλήρωσης της κύριας και της επικουρικής σύνταξης από 64,5% το 2015 να μειωθεί σταδιακά στο 56,8% το 2060 και το ανώτερο επίπεδο των συνταξιοδοτικών δαπανών να μην υπερβαίνει το 15,5% του ΑΕΠ το 2060 (16,2% του ΑΕΠ το 2014).

 

Με άλλα λόγια, οι δανειστές παραγνωρίζουν την οικονομική και κοινωνική ασφυξία που έχουν επιφέρει οι περιοριστικές πολιτικές στην ελληνική οικονομία (-25% στο επίπεδο του ΑΕΠ), την αγορά εργασίας (26% ανεργία το 2016), τα εισοδήματα (-45% στο επίπεδο των μισθών), την υπονόμευση της οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής αποτελεσματικότητας του κοινωνικού-ασφαλιστικού συστήματος, με αποτέλεσμα να προσέρχονται σήμερα στις διαπραγματεύσεις απαιτώντας την υιοθέτηση των ίδιων προτάσεων και μέτρων πολιτικής που οδήγησαν μετά από πέντε χρόνια εφαρμογής τους στην ύφεση, 50% της οποίας, δηλ. -12,5% του ΑΕΠ, οφείλεται στην ανεργία (ΕΜΠ, 2015), στη μείωση των μισθών και στη μείωση των συντάξεων, τη λιτότητα, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την αποδιάρθρωση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

 

Επίσης, παραγνωρίζουν ότι αν οι περικοπές των συντάξεων και η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης που πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 2010-2014, δεν συνοδεύονταν από τις συνθήκες ύφεσης και εκρηκτικής αύξησης της ανεργίας, τότε το οριακό έτος στην εξέλιξη των αποθεματικών θα ήταν στο τέλος του 2025. Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η παρατεταμένη και βαθιά ύφεση, καθώς και το υψηλό επίπεδο ανεργίας στην Ελλάδα μετατόπισαν το οριακό έτος κατά δέκα χρόνια νωρίτερα (2015).

 

Επιπλέον, οι δημογραφικές μεταβολές του πληθυσμού, λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της ταυτόχρονης μείωσης των γεννήσεων (γήρανση του πληθυσμού), συμβάλλουν σήμερα στην αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 15%.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην κατεύθυνση αυτής της ίδιας επιλογής τους που επέφερε τα προαναφερόμενα αποτελέσματα, οι δανειστές επικαλούνται, όπως το 2010, ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι γενναιόδωρο, η πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης και η περίοδος συνταξιοδότησης βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα, οι συνταξιούχοι λαμβάνουν σύνταξη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, η κατώτατη σύνταξη είναι υψηλή και οι μηνιαίες συντάξεις στην Ελλάδα και τη Γερμανία είναι παρόμοιες, ενώ οι μισθοί στη χώρα μας είναι πολύ χαμηλότεροι από ό,τι στη Γερμανία.

 

Ομως, από την έρευνα (Σ. Ρομπόλης - Β. Μπέτσης, 2015) των σχετικών ζητημάτων προκύπτουν εντελώς διαφορετικά συμπεράσματα. Συγκεκριμένα προκύπτει ότι: α) το πραγματικό μέσο έτος συνταξιοδότησης που επικαλούνται τόσο για την Ελλάδα όσο και για τη Γερμανία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην Ελλάδα για τους άνδρες είναι τα 63 έτη και για τις γυναίκες είναι τα 59 έτη. Στη Γερμανία για τους άνδρες είναι τα 63 και για τις γυναίκες τα 61 (βλ. OECD, Pension at a Glance 2011), β) η αναφορά των ετών του εργασιακού βίου τόσο για την Ελλάδα όσο και για τη Γερμανία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

Σύμφωνα με το Ageing report 2015 (σελ. 52), για την Ελλάδα η μέση χρονική διάρκεια εργασιακού βίου είναι 32 έτη (36 για τους άνδρες και 28 για τις γυναίκες) και για τη Γερμανία είναι 37,5 μέση χρονική διάρκεια (40 για τους άνδρες και 35 για τις γυναίκες). Για την Ελλάδα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο της κρίσης 2010-2014, υπήρξε μια γενικευμένη αποχώρηση από την εργασία λόγω της ύφεσης, της μαζικής ανεργίας και της ανυπαρξίας συστήματος προστασίας των ανέργων, γ) δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα τα στοιχεία που επικαλούνται ότι οι Ελληνες θα πάρουν κατά μέσο όρο 5 έτη περισσότερο σύνταξη από τους Γερμανούς, δεδομένου ότι η πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης στην Ελλάδα είναι τα 62 έτη και στη Γερμανία τα 64 έτη.

 

Επίσης αν λάβουμε υπόψη ότι οι Γερμανοί έχουν κατά μέσο όρο 1 έτος περισσότερο προσδόκιμο ζωής από τους Ελληνες, τότε η διαφορά καταβολής της σύνταξης είναι μόλις 1 έτος περισσότερο για τους Ελληνες, δ) η κατώτατη σύνταξη των 486 ευρώ στην Ελλάδα δεν αντιστοιχεί στον κατώτατο μισθό ο οποίος είναι 586 ευρώ και πριν από το 2012 ήταν 751 ευρώ, ε) το επίπεδο των συντάξεων στην Ελλάδα σήμερα για 35 έτη εργασίας και ασφάλισης και συνταξιοδότηση στο 67ο έτος ηλικίας δεν αντιστοιχεί στις 2 ¾ φορές περισσότερο από τις καταβαλλόμενες εισφορές. Αντίθετα, αντιστοιχεί σε 1 ¼ των καταβαλλόμενων εισφορών, όπως στο γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα.

 

Κατά συνέπεια αποδεικνύεται με τον πιο σαφή και εύληπτο τρόπο ότι η οικονομικά και κοινωνικά βιώσιμη προοπτική του Κοινωνικο-Ασφαλιστικού Συστήματος (ΣΚΑ) στην Ελλάδα δεν μπορεί αντικειμενικά να βασιστεί στην περαιτέρω επιδείνωση των παραμετρικών του μεταβλητών (αύξηση ηλικίας συνταξιοδότησης, μείωση συντάξεων, αύξηση εισφορών, κτλ.), δεδομένης της εξάντλησης των ορίων που τόσο αυτές όσο και οι ασφαλισμένοι-συνταξιούχοι έχουν υποστεί κατά την περίοδο 2010-2014.

 

Αντίθετα, μια βιώσιμη οικονομικά και κοινωνικά προοπτική του ΣΚΑ στη χώρα μας προϋποθέτει, σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, την εξασφάλιση της απαιτούμενης χρηματοδότησής του και σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, από τη στιγμή που η υψηλή ανεργία, η ύφεση, οι δυσμενείς δημογραφικές μεταβολές και η γήρανση του πληθυσμού επηρεάζουν, σε σημαντικό βαθμό, τη χρηματοοικονομική του ισορροπία, απαιτούνται ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μιας συγκροτημένης αναπτυξιακής και επενδυτικής πολιτικής, μιας αποτελεσματικής πολιτικής μείωσης της ανεργίας και, τέλος, μιας ουσιαστικής αντιμετώπισης των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων στην Ελλάδα.

 

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

ΑΡΘΡΑ

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

Συμφωνία 2015: Περιορισμοί

και δυνατότητες

Η ανατροπή της κοινωνικής

ασφάλισης

Τεχνολογία, εργασία, ανάπτυξη

Η ανεργία ως καταλύτης

της οικονομικής πολιτικής

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics