Το ασφαλιστικό και η συμφωνία αξιολόγησης

Από τους: Σάββα Ρομπόλη, Βασίλειο Μπέτση

Ανεξάρτητα από τις δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις και τη γήρανση του πληθυσμού, το βασικό προαπαιτούμενο, μεταξύ των άλλων, για τη συμφωνία ολοκλήρωσης της πρόσφατης αξιολόγησης του Μνημονίου 3 αποτέλεσε η ψήφιση του Ν. 4387/2016 από το ελληνικό Κοινοβούλιο για «τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος».

 

Παράλληλα, όπως αποδείχθηκε από την πορεία και την κατάληξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δανειστών και της ελληνικής κυβέρνησης, η στρατηγική του συγκεκριμένου νομοθετήματος επικεντρώθηκε στην επανάληψη των κοινωνικο-ασφαλιστικών παρεμβάσεων ταμειακού και εισπρακτικού χαρακτήρα της μεταπολεμικής περιόδου στη χώρα μας, με την έννοια της μείωσης των νέων συντάξεων μέχρι 30% και της εξοικονόμησης πόρων κατά την περίοδο 2016-2018 της τάξης των 2,4 δισ. ευρώ.

 

Ο κεντρικός αυτός στόχος του Ν.4387/2016 επιδιώκεται να επιτευχθεί με τη μεταβίβαση σημαντικών βαρών σε συνάρτηση με την επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και των νέων γενεών.

 

Με άλλα λόγια, ο Ν.4387/2016 χαρακτηρίζεται περισσότερο από μέτρα αβέβαιης δημοσιονομικής και εισπρακτικής απόδοσης, παρατείνοντας το αδιέξοδο ελλειμματικό παρελθόν του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ), και λιγότερο από κοινωνικά, ασφαλιστικά και λειτουργικής αποτελεσματικότητας μέτρα.

 

Στην κατεύθυνση αυτή, θεσμοθετείται, σύμφωνα με τη συμφωνία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, ο αυτόματος μηχανισμός δημοσιονομικής διόρθωσης («κόφτης»), για την περικοπή, στην περίπτωση μη επίτευξης των στόχων του προγράμματος, μεταξύ των άλλων, των δαπανών για μισθούς, συντάξεις κτλ.

 

Και αυτό γιατί το κοινωνικό-ασφαλιστικό ζήτημα στην Ελλάδα κατανοείται λανθασμένα από τους δανειστές και από τις ελληνικές κυβερνήσεις, ιδιαίτερα από το 2009 και μετά, ως δημοσιονομικό πρόβλημα, και ως εκ τούτου αντιμετωπίζεται με νομοθετικές ρυθμίσεις δημοσιονομικής περιστολής.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατανόηση της κοινωνικής ασφάλισης ως δημοσιονομικού ζητήματος από θεωρητική άποψη εδράζεται στη λανθασμένη νεοκλασική αντίληψη και την ασκούμενη νεοφιλελεύθερη πολιτική ότι όπως οι φόροι δεν είναι ανταποδοτικοί, έτσι και οι ασφαλιστικές εισφορές ως οιονεί φόροι δεν είναι και αυτές πλήρως ανταποδοτικές.

 

Η αντίληψη αλλά και η πρακτική αυτή της μη αναλογικότητας εισφορών-παροχών αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο, μεταξύ των άλλων, του Ν.4387/2016, ιδιαίτερα στην περίπτωση των ασφαλισμένων με περισσότερα από 20 έτη ασφάλισης.

 

Πιο συγκεκριμένα, ένας εργαζόμενος με 40 έτη ασφάλισης θα έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες στην ουσία φαίνεται να χρηματοδοτούν το ποσό τόσο της ανταποδοτικής όσο και της εθνικής σύνταξης που θα δικαιούται.

 

Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί υπερβολή ο χαρακτηρισμός αυτής της κοινωνικο-ασφαλιστικής περίπτωσης ως αυτασφάλισης, δεδομένου ότι ο ασφαλισμένος χρηματοδοτεί το συνολικό ποσό της σύνταξής του χωρίς καμία χρηματοδοτική συμμετοχή του κράτους από τη φορολογία.

 

Αντίστοιχα, με ασφάλιση μεγαλύτερη των 20 ετών, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, ο εργαζόμενος χρηματοδοτεί εξ ολοκλήρου το ποσό της ανταποδοτικής του σύνταξης και κατά 50% το ποσό της εθνικής του σύνταξης.

 

Ετσι κατ’ αυτόν τον τρόπο, καταστρατηγούνται νομοθετικά οι βασικές αρχές της κοινωνικής ασφάλισης (π.χ. αλληλεγγύη των γενεών, αναλογικότητα εισφορών-παροχών) και ταυτόχρονα δημιουργούνται αντικίνητρα ασφάλισης και κίνητρα εισφοροδιαφυγής, εισφοροαποφυγής κ.λπ., με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για τη μακροχρόνια βιωσιμότητα και κοινωνική αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας.

 

Παράλληλα, η κατανόηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) ως δημοσιονομικού ζητήματος καταλήγει, μεταξύ των άλλων, να συνδέει με νέους όρους περιστολής και λιτότητας τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ΣΚΑ στην Ελλάδα με την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους, το οποίο στο πρόσφατο Eurogroup (24/5/2016) αναγνωρίστηκε συνολικά από τους δανειστές ότι δεν είναι βιώσιμο.

 

Ταυτόχρονα στη συμφωνία ολοκλήρωσης της πρώτης αξιολόγησης του Μνημονίου 3 αναφέρεται ότι η συζήτηση-διαπραγμάτευση (2018) για το μακροπρόθεσμο σκέλος της ελάφρυνσης του χρέους από τις αρχές της δεκαετίας του 2020 θα περιλαμβάνει τον όρο ότι το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης (τόκοι και χρεολύσια) του ελληνικού χρέους δεν θα υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ (περιλαμβάνονται και τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου).

 

Με αυτά τα δεδομένα, εκτιμάται ότι το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους χωρίς τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου θα ανέρχεται περίπου στο 8% του ΑΕΠ. Εάν στο ποσοστό αυτό προσθέσουμε τη χρηματοδότηση του ΣΚΑ από τον κρατικό προϋπολογισμό (10% του ΑΕΠ, 4,5% του ΑΕΠ –8,1 δισ. ευρώ– ως τριμερής χρηματοδότηση και 5,5% του ΑΕΠ –9,9 δισ. ευρώ– για κάλυψη των ελλειμμάτων του ΣΚΑ) καθώς και τη μισθολογική δαπάνη του Δημοσίου (8% του ΑΕΠ), τότε προκύπτει ότι το 26% του ΑΕΠ του 2020 (εκτιμάται στα 200 δισ. ευρώ περίπου), δηλαδή 52 δισ. ευρώ (όσο είναι σήμερα τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού), θα απορροφάται για τη χρηματοδότηση της ετήσιας εξυπηρέτησης του χρέους, του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης από το κράτος και της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου.

 

Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο ότι στο τέλος (2018) του προγράμματος λιτότητας για να αποφευχθεί η λήψη πρόσθετων περικοπών, όπως για παράδειγμα η μείωση της κρατικής χρηματοδότησης του ΣΚΑ από το 10% στο 7% του ΑΕΠ (δηλαδή 6 δισ. ευρώ) και η μείωση της μισθολογικής δαπάνης του Δημοσίου από το 8% στο 6% του ΑΕΠ (μείωση 4 δισ. ευρώ), επιβάλλεται η σημαντική ελάφρυνση του χρέους καθώς και η δημιουργία συνθηκών ενός σχεδιασμένου, έγκαιρα και έγκυρα, επενδυτικού και αναπτυξιακού σοκ της ελληνικής οικονομίας.

 

Διαφορετικά, όχι μόνο το βραχυπρόθεσμο αλλά και το μεσο-μακροπρόθεσμο μέλλον της ελληνικής οικονομίας θα χαρακτηρίζεται από διαρκή στασιμότητα ή κατά την ορολογία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από διαρκή σταθερότητα, με ό,τι αυτό αρνητικά συνεπάγεται, μεταξύ των άλλων, για το επίπεδο των φορολογικών εσόδων αλλά και για το επίπεδο των δημόσιων και των κοινωνικών δαπανών στη χώρα μας.

 

 

Ευελιξία της απασχόλησης και συντάξεις

 

Το όραμα των δανειστών για την Ελλάδα

ΑΡΘΡΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡA AΡΘΡΑ

Η Οδύσσεια του Ασφαλιστικού

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΕΤΣΗΣ

εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2016

Oικονομική κρίση και

κοινωνικό κράτος

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2013

Η μετανάστευση από και

προς την Ελλάδα

Απολογισμοί και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2010

Κοινωνική ασφάλιση

Η διαρκής κρίση και προοπτικές

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ,

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Η κοινωνική πολιτική μετά

την κρίση του κράτους πρόνοιας

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΛΕΤΣΟΣ

εκδόσεις ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, 2005

Αναλογιστική μελέτη ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ,

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΓΙΟΣ,

ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΟΓΛΟΥ

ΙΝΕ (ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ), 2007

Εργασία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 2001

Υγεία και οικονομία

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

εκδόσεις ΚΑΜΠΥΛΗ, 1999

ΒΙΒΛΙΑ

Aνατροπές και μετασχηματισμοί στην Ευρώπη

Η στρατηγική της ευρωπαϊκής στασιμότητας

Επικοινωνία

E-MAIL: savvas.robolis@gmail.com

FIND US:

PHOTOGRAPHY: GEORGE TSAFOS

DESIGNED BY:

Copyright © 2016

ΣΑΒΒΑΣ ΡΟΜΠΟΛΗΣ

graphics